γεωμέτρης

γεωμέτρ-ης, ου, ,
A land-measurer, ib.28 (ii A. D.):—but usu., geometer, Pl.Tht.143b, al., cf. Men.495, CIG3544 (Perg.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεωμέτρης — land measurer masc nom sg (epic ionic) γεωμετρέω measure imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμέτρης — (geometra). Κοινή ονομασία γένους λεπιδοπτέρων της οικογένειας των γεωμετριδών. Η ονομασία τους οφείλεται στο γεγονός ότι οι κάμπιες τους –που στερούνται των τριών πρώτων ζευγών κοιλιακών ποδών και διατηρούν μόνο τα δύο τελευταία ζεύγη του έκτου… …   Dictionary of Greek

  • γεωμέτρης — ο επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο τη γεωμετρία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γεωμέτρης ή Κυριώτης, Ιωάννης — (; – 989 μ.Χ.). Λόγιος και μαθηματικός. Σπούδασε μαθηματικά κοντά στον πατρίκιο Νικηφόρο. Διακρίθηκε ως λόγιος στις ημέρες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννη Τσιμισκή και Βασίλειου του Βουλγαροκτόνου. Αρχικά είχε το αξίωμα του… …   Dictionary of Greek

  • γεωμέτραι — γεωμέτρης land measurer masc nom/voc pl γεωμέτρᾱͅ , γεωμέτρης land measurer masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμετρῶν — γεωμέτρης land measurer masc gen pl γεωμετρέω measure pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμέτραις — γεωμέτρης land measurer masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμέτρη — γεωμέτρης land measurer masc voc sg (epic ionic) γεωμετρέω measure pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) γεωμετρέω measure imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμέτρην — γεωμέτρης land measurer masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμέτρου — γεωμέτρης land measurer masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμέτρῃ — γεωμέτρης land measurer masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.